Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Α. Ρεμπώ: Τους φοβάμαι τους χειμώνες. Ζητούνε πολλά. Πρωτίστως θάλπος.

ΑΝΤΙΟ

Φθινόπωρο.
Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου  ενώ,                                                                                                             γυρεύουμε  διαύγεια Θεού. 


Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ' αυτούς που  τα ψοφίμια τους, του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια.


Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά,
ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες,
                                                  ταξιδεύει. 

                                                             Σχίζοντας νεφελώματα. 

Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη,
Σε ξεναγεί σε πολιτείες  πυρφόρων ουρανών της λάσπης. 


Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν  στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία.


Σαν να ήταν χθες με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο  να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο. 


Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι!
                   Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος.
                   Τι βδέλυγμα!  η κακομοιριά! 


Τους φοβάμαι τους χειμώνες.
              Ζητούνε πολλά.
                           Πρωτίστως θάλπος. 


Α. Ρεμπώ, μια εποχή στη κόλαση, μτφρ: X.Σ. Kρεμνιώτης