Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Μωρίς Μπλανσό


Ποιός δεν θα ελευθερωνόταν από το βάθος ενός αντικατοπτρισμού; Κι ωστόσο φαίνεται πως η απόφαση έχει ήδη γίνει κάτοχος της ημέρας, πως υπεισέρχεται μέσα της, την γοητεύει, την αλλοιώνει, γίνεται η εργασία μιας άλλης ημέρας. Είναι αλήθεια, αυτό δεν του αφαιρεί τον στολισμό: είναι επίσης το χαμόγελο της ημέρας κι αυτή δεν γίνεται με το χαμόγελο αυτό παρά πιο όμορφη, θα έλεγε κανείς ότι σε αυτό το χαμόγελο αρχίζει να διαλύεται το προστατευτικό της περιτύλιγμα και ότι σε αυτήν τη διάλυση εισδύει ένα φως πιο κοντινό σε εμένα, πιο ανθρώπινο. Ίσως το καθετί που πεθαίνει, ακόμα και η ημέρα, προσεγγίζει τον άνθρωπο, ζητάει από τον άνθρωπο το μυστικό του θνήσκειν. Όλα αυτά δεν θα διαρκέσουν πλέον πάρα πολύ. Ήδη, αισθάνομαι με έναν τρόπο μακρινό ότι δεν έχω πια το δικαίωμα να καλώ τον σύντροφό μου - αλλά και πάλι θα με άκουγε; που είναι τώρα; ίσως εδώ πολύ κοντά; ίσως τον έχω στο χέρι; ίσως είναι εκείνος τον οποίο το χέρι μου αργά απωθεί, απομακρύνει ακόμα μια φορά; Όχι, μην τον απομακρύνεις, μην τον απωθείς, αντιθέτως προσέλκυσέ τον, οδήγησέ τον προς εσένα, άνοιξέ του τον δρόμο, κάλεσέ τον, κάλεσέ τον γλυκά με το όνομά του. Με το όνομά του; μα δεν θα μπορούσα να τον καλέσω και, την στιγμή αυτή, δεν θα το μπορούσα. Δεν το μπορείς; την στιγμή αυτή; Μα είναι η μόνη στιγμή, είναι μία επείγουσα αναγκαιότητα, δεν του τα είπες όλα, λείπει το ουσιώδες, πρέπει να συμπληρώσεις την περιγραφή, «πρέπει! τώρα, τώρα!»
Εκείνος που δεν με συντρόφευε, εκδ. Σμίλη, μτφρ: Δ. Δημητριάδης



Πίστη ότι θα ήμασταν τα λαμπερά σημεία της γραφής της πυράς, γραμμένη μεσα σε όλους, αναγνώσιμη μόνο μέσα μου, σ΄αυτόν που αποκρίνεται-αυτό όμως ήταν άλλοτε και ήταν ο καθένας μας με τον ψίθυρο του στην κοινή βεβαιότητα.
Ο τελευταίος Άνθρωπος, εκδ.Άγρα, μτφρ: Δ. Δημητριάδης



Η ζωή μου είναι καλύτερη άραγε από των άλλων; Μπορεί. Στέγη έχω, πολλοί δεν έχουν. Δεν είμαι λεπρός, δεν είμαι τυφλός, βλέπω τον κόσμο, μια αφάνταστη ευδαιμονία. Τη βλέπω αυτή την ημέρα, πέρα απ' αυτήν τίποτα δεν υπάρχει. Αυτό, ποιος θα μπορούσε να μου το στερήσει; Κι όταν αυτή η ημέρα θα χαθεί, θα χαθώ μαζί της – η σκέψη, η βεβαιότητα αυτή με συναρπάζει. Ανθρώπους αγάπησα, κι αυτούς έχασα. Όταν με βρήκε το κακό, πήγα να τρελαθώ, γιατί είναι μια κόλαση αυτό. Την τρέλα μου όμως δεν την είδε ανθρώπου μάτι, η παραφροσύνη μου δεν έβγαινε στο φως, τρελή ήταν μόνον η μέσα ζωή μου. Φορές-φορές, μ' έπιανε μια λύσσα. Μου έλεγαν: γιατί είσαι τόσο ήρεμος; Εγώ όμως, από πάνω μέχρι κάτω καιγόμουν, τη νύχτα έτρεχα στους δρόμους κι έβγαζα ουρλιαχτά. Τη μέρα, εργαζόμουν ήρεμα. 
Η Τρέλα της Ημέρας, εκδ. Άγρα, μτφρ: Δ. Δημητριάδης



...

Για να πάει προς την Ευρυδίκη κατέβηκε ο Ορφέας. Γι’ αυτόν, η Ευρυδίκη είναι το ακρότατο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η τέχνη· πίσω από ένα όνομα που την αποκρύπτει και πίσω από ένα πέπλο που την καλύπτει, είναι το βαθιά σκοτεινό σημείο προς το οποίο φαίνεται πως τείνουν η τέχνη, ο πόθος, ο θάνατος και η νύχτα. 
Η Ευρυδίκη είναι η στιγμή όπου η ουσία της νύχτας προσεγγίζεται ως η άλλη νύχτα.

...

Μόνο αυτό ήρθε να αναζητήσει ο Ορφέας στον Άδη. Όλη η δόξα του έργου του, όλη η δύναμη της τέχνης του, ακόμη και ο πόθος για μια ζωή ευτυχισμένη μέσα στην όμορφη λάμψη της μέρας, τα πάντα θυσιάζονται σε αυτήν την μοναδική του μέριμνα: να κοιτάξει μέσα στη νύχτα αυτό που η νύχτα αποκρύβει, να κοιτάξει δηλαδή την άλλη νύχτα, την απόκρυψη που εμφανίζεται.

...

Το να μην στραφεί προς την Ευρυδίκη θα ισοδυναμούσε επίσης με προδοσία, με απιστία στη χωρίς μέτρο και φρόνηση δύναμη της κίνησης, η οποία δεν θέλει την Ευρυδίκη με την ημερήσια αλήθεια της και την καθημερινή της χάρη αλλά με το νυχτερινό σκοτάδι της και την απόμακρη στάση της, με το κορμί της σφαλισμένο και με το πρόσωπό της σφραγισμένο· η οποία θέλει να τη βλέπει όχι όταν είναι ορατή μα όταν είναι αόρατη, και όχι ως την ενδόμυχη περιοχή μιας ζωής οικείας αλλά ως την παραξενιά εκείνου που αποκλείει καθετί ενδόμυχο· η οποία δεν θέλει να δώσει ζωή στην Ευρυδίκη αλλά να κρατά ζωντανή μέσα της την πληρότητα του θανάτου της.

...

Το γράψιμο αρχίζει με το βλέμμα του Ορφέα, κι αυτό το βλέμμα είναι η κίνηση του πόθου που συντρίβει τη μοίρα και τη μέριμνα για το άσμα και φτάνει, με αυτήν την εμπνευσμένη και αμέριμνη απόφαση, στην αρχέγονη προέλευση και καθιερώνει το άσμα. Όμως, για να κατεβεί ο Ορφέας προς αυτήν τη στιγμή, του χρειαζόταν ήδη η δύναμη της τέχνης. Αυτό σημαίνει πως δεν γράφουμε παρά μόνο όταν φτάνουμε σ’ εκείνη τη στιγμή προς την οποία ωστόσο δεν μπορούμε να αχθούμε παρά μόνο μέσα στο χώρο τον οποίο έχει ήδη ανοίξει η κίνηση του γραψίματος. Για να γράψουμε, πρέπει ήδη να έχουμε γράψει. Μέσα στην εναντιότητα αυτή, τοποθετούνται και η ουσία της γραφής, η δυσκολία της εμπειρίας και το άλμα της έμπνευσης.

Ο χώρος της λογοτεχνίας, μτφρ: Δημήτρης Δημητριάδης, Εξάντας.