Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

διάσχιση, της Κατερίνας Ζησάκη

φωτογραφία: Nobuyoshi Araki
ηλίθια. θα σου κόψω τις ρώγες και θα σε βάλω να τις φας. θέλω τόσο πολύ να σου νεκρή στα τριανταπέντε. να ανοιχτό το κρανίο σου. να σου κούφια τα μάτια. έτσι όπως κι έτσι όπως σέρνεσαι μέσα στα τρυπημένα δωμάτια. έτσι όπως καμώνεσαι δρόμο. κατά βάθος υπόγειο. παραδέξου. παραδέξου και δε θα πάθεις τίποτα. κατά βάθος τίποτα. ρωγμές και ξεραμένη ακαθαρσία. και τα βοϊδίσια σου γράμματα. τα γελοία μολύβια. η αστικότατη μούρη σου. η προεξόφληση. η άδαρτη άδαρτη μελαγχολία. ηλίθια. θα σου βγάλω τα μάτια και θα στα βάλω απέναντι να σε βλέπεις. μήπως είδες ποτέ; μήπως κατάλαβες; μπήκες στο κίνημα μονάχα για να μην πεθάνεις. γαμήθηκες για δυο κομμάτια γέλιο. και ήπιες έτσι χωρίς λόγο -ώπα, αυτό δεν είναι τόσο παράταιρο- πού είχα μείνει; πάλι έγραψες; θα σου τον θάψω εγώ τον έρωτα. θα σου το ράψω εγώ το στόμα. και τούτα τα κωλόχαρτα θα ‘ρθει μια μέρα που θα τα κάψεις μόνη σου να ζεσταθείς. έτσι που πάντα που κρυώνεις. κλάψε ναι. στράγγιξε όλο το αίμα. εδώ πάνω στη γλώσσα μου. κλάψε ναι. είχα καιρό να χαρώ. ποια είσ' εσύ; κλάψε
ακόμα.