Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Μαρία Ντενίσοβα

Η  Μαρία Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα, γεννήθηκε το 1894 στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Μέλος φτωχής αγροτικής οικογένειας, κατοπινή γλύπτρια κυρίως της Σοβιετικής προπαγάνδας, πρώτος και ανεκπλήρωτος έρωτας του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Αυτή είναι η "Μαρία", στο ποίημα "Σύννεφο με παντελόνια" που ξεκίνησε σαν γράμμα και με τον αρχικό τίτλο "ο δέκατος τρίτος Απόστολος" τίτλος που εγκαταλείφθηκε δε λόγω της λογοκρισίας της εποχής. 

Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην Οδυσσό το 1913, όπου η Ντενίσοβα φοιτούσε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο Μαγιακόφσκι αμέσως την ερωτεύθηκε, παθιάστηκε μαζί της και υπέφερε πάρα πολύ καθώς προσπάθησε να εκβιάσει την αγάπη της, μη συνυπολογίζοντας τις όποιες επιθυμίες και σχέδια είχε η ίδια.
Η Ντενίσοβα δεν εντυπωσιάστηκε από τον Μαγιακόφσκι σε βαθμό που να συνάψει σχέσεις μαζί του.

Η ζωή της ήταν πάντοτε ριψοκίνδυνη. Πολέμησε μαζί με πολλές άλλες γυναίκες στον Ρωσικό εμφύλιο. Κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας προσβλήθηκε από τύφο κι αργότερα από κάποια μορφή ψυχασθένειας, τη λεγόμενη "Ψυχασθένεια της Πρώτης Γραμμής", όπως αποκαλούνταν τότε η συγκεκριμένη ψυχολογική διαταραχή, που χαρακτηριζόταν από  φοβίες, εμμονές, και υπερβολικό άγχος. 

Παρέμεινε ωστόσο μέχρι το τέλος πιστή στην επανάσταση. 

Στα γλυπτά της κυριαρχεί το επαναστατικό ηρωικό θέμα, με πορτραίτα διάσημων στρατιωτικών του Εμφυλίου Πολέμου. Ένα από τα γνωστά της έργα είναι "Ο ποιητής" (1927), γύψινη προτομή του Μαγιακόφσκι, στην είσοδο του ομώνυμου μουσείου που είναι αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή.
Άλλα έργα της επίσης εκτίθενται στο εν λόγω μουσείο.

Στα τέλη του 1930 η Μαρία Ντενίσοβα έπεσε στην αφάνεια και σταμάτησε να βλέπει και να συναναστρέφεται φίλους. Κατέφυγε στην Αγγλία με μια από τις δύο της κόρες, την Άλυα ή Αλίκη. 

Αυτοκτόνησε το 1944 με άλμα στο κενό από το δέκατο όροφο. 



Σύννεφο με παντελόνια, απόσπασμα.

[...]
Μαρία, έλα!
Μαρία!
Φοβάμαι ότι το όνομά σου θα ξεχάσω, 
όπως ο ποιητής φοβάται να ξεχάσει
κάποια,
μέσα στα βάσανα της νύχτας, γεννημένη λέξη
με την μεγαλοσύνη της ισάξια με τον Θεό.
Το κορμάκι σου
θα το φυλάω και θα το αγαπάω,
όπως απ’ τον πόλεμο ακρωτηριασμένος στρατιώτης,
άχρηστος, 
κανενός,
φυλάει το πόδι του μοναδικό.
[...]


Το απόσπασμα είναι από τον τόμο: ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ 
Μετάφραση από τα ρωσικά, Πέτρος Ανταίος, εκδ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ.