Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014



















   
ΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΕΝΙΟΚΟΜΜΑΤΙ
Γράφω για το καιρό που ζούσε το κεχριμπαρένιο κομμάτι στη δίψα
τετράγωνο στόμα ενός πάρκου μολυβένια παιδιά
εκθέματα μουσείου στο διασυρμό τους στη σκάλα 
της παραμυθίας άγγελοι νεκροί τα δικά μας παιδιά δε χαμογελούν
αγόρια κορίτσια σάρκες πανιά χειρουργεία
μας βλέπουν και τα μάτια τους είναι κενά από ψυχή είναι αφόρητοι μάγοι
δε μπορώ να τα αντικρίζω τα παιδάκια του πάρκου τις κλωστές απ’ τα σπλάχνα
κυανά βαμμένα κούκλες από θειάφι και μούχλα που ‘φύγαν
οι ευτυχίες στα πρόσωπά τους
είναι καμπάνες που χτυπούν σαν ονείρωξη
είναι οι σειρήνες τα σοκάκια και οι γύρες
ας σιωπήσουν οι τοίχοι
ανάλαφρα τη λέξη μου γράφω.
Λουκάς Λιάκος, από ανέκδοτη συλλογή.